Ο ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττική)

Ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττικής).......................... Ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός εξουσία και κλήρος της γενιάς μας...........και φυσικά το λατρεμένο Πέραμα

Τρίτη, 15 Απριλίου 2014

ΑΓΙΟΣ ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΕΣΑΓΡΟΥ 1974


19 Φεβρουαρίου 1974. Εκδρομή στον  Άι  Δημήτρη Μεσαγρού. Στην φωτογραφία εικονίζεται η ομάδα του Δημοτικού Σχολείου Παπάδου. Όλοι οι μαθητές  είναι της Στ΄τάξης, εκτός από τον Κώστα Τσουπλάκη και τον Στρατή Γιαννίκο που είναι της  Ε΄τάξης και κρατούν τις μπάλες.   Του Στρατέλλj  ου  Γιαννίκους είναι κατσουφιασμένος, επειδή ο Τσουπλάκης κρατάει την καλή μπάλα, την πέτσινη.

Πάνω αριστερά : Γιώργος Γαβάνας, Παναγιώτης Ζορμπάς, Στρατής Σουβατζής, Γιώργος Αφαλωνιάτης, Παρασκευάς Αλεξάνδρου, Αργύρης Νταής
Κάτω αριστερά : Στρατής Βελισσαρίου, Κώστας Τσουπλάκης, Στρατής Βελισσαρίου,
 Παναγιώτης Ανδρόνικος, Στρατής Γιαννίκος

Την ημέρα εκείνη παίξαμε ποδόσφαιρο με το Δημοτικό Σχολείο Μεσαγρού που είχε έρθει κι εκείνο  εκδρομή στον Άι Δημήτρη. Πάνω που πήγαμε να αρχίσουμε, ένας μαθητής του Μεσαγρού , ο οποίος ήταν πανύψηλος- όνομα δεν θυμάμαι-και   είχε μείνει και δυο χρονιές στην ίδια τάξη κι έπρεπε να πηγαίνει στη Β΄Γυμνασίου, έμπαινε ανάμεσα στις ομάδες, κλώτσαγε επίτηδες την μπάλα μακριά και δεν μας άφηνε να παίξουμε.
Στον δάσκαλο δεν  τολμούσαμε να παραπονεθούμε, γιατί  ξέραμε την απόφασή του : «Μαζέψτε τα, το παιχνίδι τέλειωσε». Του Στρατέλλj, ανέλαβε να δώσει λύση στο πρόβλημα, μιας κι ήθελε να ισοφαρίσει το  γεγονός ότι ήταν  χαμένος από το ότι «έχασε την καλή μπάλα» απ’ του Τσουπλάκj,.
Σκεπτόμενο, εκ του ασφαλούς, ότι θα τον βοηθήσουν Μεσαγρινοί και Παπαδιανοί μαθητές, αφού καιγόντουσαν να παίξουν , πρόσταξε στον νταή: «Σήκου τσι φύγει, γιατί θέλουμj να παίξουμj».  Εμ’ τι ήνταν τούτου. Ξαφνικά, όπως στα γουέστερν, οι μαθητές κι απ’ τα δυο χωριά  παραμέρισαν  κι έμειναν μόνοι τους του Στρατέλλj κι ο νταής μαθητής του Μεσαγρού.
Του Στρατέλλj σκιφτόταν του ριζίλj σαν που θα τρουγι του ξύλου. Κόρουσι!  Μουνουμιάς, τουν μούνταρι, τουν τραβά μια τρικλουπουδιά, πάρτουν κάτου  τουν Μισαγρινό. «Εμ’ τώρα τι γένιτι;» σκέφτιτι του Στρατέλλj.  «Εμ, τώρα που θα μι γυρίσ’ απού κάτου, τσι θα φάγου του ξύλου τς χρουνιάς ιμ, τσι θα γίνου ριζίλj;». Μόνη λύση ο δάσκαλος. Μα, πώς θα τον φώναζε χωρίς να γινόταν ρεζίλι; Ξαφνικά τούρθε η ιδέα. Θα φωνάξει τόσο δυνατά που θα πάρει χαμπάρι ο δάσκαλος και θα ῤθει να τους χωρίσει.  Μπήζει τις φωνές του Στρατέλλj μες τα μούτρα τ’ Μισαγρινού που τουν είχε απού κάτου: «Θα συ σκουτώσου βρε!!!» Τόσου δυνατή φουνή έβγαλι του Στρατέλλj  που υ Μισαγρινός γλουθύμσι.  Ους ώρας έρχιτι ου δάσκαλους, ου Μαλλιάκας, που καθόταν απέναντι, στο άλλο μέρος, στν πιζούλα τα ικκλησιάς.  Πιριλαβαίνj του Στρατέλλj στου ραβδί  μι τ’ν  αλυγαρίσια τ’ βέργα, του μαύρισι στου ξύλου.
Εμ’ έλα που τούτου του ξύλου ήνταν γλυκό σα μέλj. Μα, έλα που  υ δάσκαλους τουν απουγλίτουσι απ’ του ριζίλιμα, γιατί του Στρατέλλj  δεν θα άντιχι ούτι διφτιρόλιπτου να έχj απού κάτου τουν Μισαγρινό;
Υ αγώνας κτσα στραβά έγινι.  Μα είχαμι τσι συνέχεια. Υ  Μισαγρινός δεν του χώνιψι τούτου του πιριστατικό. Μήνσι του Στρατέλλj  ότι θα τ’ν  κουπανήσ’ απ’ του σχουλειό , τσι ένα προυί θα τουν παραφλά να τουν δείρ’ . Του Στρατέλλj του έπιασι σύγκρυου. Σκιφτόνταν  πους υ Μισαγρινός θα τουν τουλουμιάσ’ στου ξύλου. Επί τέσσερις μήνις , κάθι που ξύπναγι, σκιφτόνταν πώς θα απουφύγj του μπιρτάχj.
Ας είνι καλά υ γείτουνάς ιτ, του Γιουργέλλj  του Κjουκουνέλλj. Πέρναγι κάθι προυί   απ’του σπίτj, έπιρνι του Στρατέλλj, τσι τραβούσαν  για του σχουλειό. Στ’γουνιά  τ’ Καψούλα  πάγηνι μπρουστά του Κουκουνέλλj, να δει αν υ δρόμους είνι λεύτιρους, μιτά στ’ν Πατρικού στ’Κουκώνj του ζαχαρουπλαστείου,  κατόπιν στου Ντάνα τ’ γουνιά  κι του τέλους στς Δήμητρας τς Ταπανλή του ουδουντιατρείου, ίσαμε να φτάσ’ στου σχουλειό τσι να τιλειώσ’ του μαρτύριου τ’.
Του Στρατέλλj ηρέμσι σαν ήρτι πια του καλουκαίρj.

Οι μνήμες όμως δεν ηρεμούν, τσι γράψαν στο χαρτί του νου ανεξίτηλες τις παιδικές μνήμες.