Ο ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττική)

Ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττικής).......................... Ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός εξουσία και κλήρος της γενιάς μας...........και φυσικά το λατρεμένο Πέραμα

Δευτέρα, 17 Φεβρουαρίου 2014

ΑΧΛΙΟΠΙΤΑΣ

Ένα παλιό παραμύθι του Σκοπέλου    δημοσιευμένο   στην ομάδα  "Σκοπελος Λεσβου"  του Φατσοτέφτερου, από τον
  διαχειριστή  της ομάδας Αντώνη Ε. Αγιασώτη.

Mια φουρά ήνταν μια χήρα τσι είχι ένα γυιό κάλπ’  , τουν λέγαν Γιάν(j). Η Γιάν’ς απ’ τ’ν καλπιά τ’  κάντουν ούλ(j)   μέρα μες γουνιά τσί σκάλζι τ’ν αχλιά, γ(j) αυτό τούν λέγαν Αχλιουπτάρ’.
 Μια μέρα η μάνατ’  πριν φυγ(j)   στη δλειά αφίτσι στου Γιάν(j)    μια τσλιά τσι τίπει:  «Βρέ, καλά να τ’  βράγς άμα ν’ έρτου του βράδ’ να φάμι».  Τσίνους τ’ν έρξει σα  μπούταν μες του  τζιντζιρέ. Έβρασει άπλυτ(j)    η τσλιά, φούσκουσι, πήγ(j)    η Γιάν’ς να τ’  τζιντίξ μί του πηρόν(j),    να δει αν έβρασει,  έσκασει η τσλιά τούν έκανει μό σκατό. Λέ τότις : «Έ ντ’  παίρνου να πάγου σ’  θάλασσα να τ’ πλύνου, να πλυθώ τσι γώ;».
Σα  νί πήγι σ’  θάλασσα τσί τ’ν έπλυνι τσί τ’ν έκανι ακράτ(j),    πέρνα ένα καράβ’ τ’ σήκουσι στουν αγέρα τσί φώναζει: «Είιιιιιιιινι καθαρή γί τσλιαααααααααααααά;». Γ(j)   αθρώπ’ απ’ του καράβ’ θαρρούσαν πς φώναζει «βουήθεια» πλιβρίσαν,  άλλα άμα είδαν του Γιάν(j)    ήνταν μό θμός.  Τούν τνάξαν ένα ραβδί αματί  τι,  τσί τι παν να μη ξαναφουνάξ’ .  "Τσί τί να λέγου λέ(j)    η Γιάν’ς"«Να λες ώρα καλή στη πρύμη σου κ’    αέρα στα πανιά σου κ’ ένα πουλί πιτάμινου να μη βριθεί μπρουστά σου».
Πάγινι στου δρόμου η Γιάν’ς κούνι τη τσλιά τς ίλιγι του τραγδέλ(j).    Έλα ντε που ήβρι έναν κυνηγό στου δρόμου που γύρζει απ’ του προυί τς ένι σκότουσει τίπουτα; Τούν ακού γί κυνηγός λε: "Βρέ κιαρατά συ φτέβγς που  έν ήβρα ένα πλ'ι να σκουτώσου», τσί τούν έκανι μαύρου στου ξύλου. «Ε, τί να  λέγου;», λέ η καγμένους η Γιάν’ς.  «Να λες πέντι πέντι την ημέρα κι κατό την εβδομάδα».  Πάγινει λοιπόν η Γίαν’ς τσι ίλιγει του τραγδέλ (j).  
Έλα μου ντε που αντάμουσι ένα λείψανου (νεκρική πομπή) στου δρόμου! «Βρέ πανάθιμάσυ, ‘μείς έναν παγαίνουμι τσι κλαίμει,  τσι σύ θέλ’ς πέντι;».  Τούν πατήσαν ένα ραβδί άλλου πράμα,  η Γιάν’ς απόκαρει.  Αρπά τς ένας στσύλους τ’ν πατσά, κόφτ’ , πλάλει η Γιάν’ς απού πίσου,  πα υ στσύλους τρύπουσι σι μια αυλή. Φτός υ στσύλους είχι ένα μάτ(j).   Πα(j)    υ Γιάν’ς όξου απ’ τ’ν πόρτα φουνάζ’ :      « Βγάλει θιά του στραβό όξου" και εννοούσε το σκύλο. Η γυναίκα όμως που έμενε εκεί ήταν χήρα και είχε εραστή έναν αόμματο άντρα, ήβγει όξου:  "Τί θέλς βρε τσι φουνάγς;;; "του είπε.   «Βγάλει του στραβό που έχ’ς μέσα, τσι μ’ πήρι τ’ τσλιά». «Σώπα βρέ πανάθημάσυ τσι θα μας πάρ’ χαμπάρ’ του χουριό! Να πάρει ένα χρυσό φλουρί τσί πάνει να πάρ’ς οτ’ σκατά θέλς».
Μια αλιπού πουνηρή τζιώστσι του Γιάν(j)    να παρ(j)    του χρυσό φλουρί. «Άμα μ’ δώγς του φλουρί θα συ κάνου βασιλιά» τ’  είπι. «Τίλιγια θα μυ κάν’ς βασλέ μουρή αλιπού; Θέλς τσί τα λές;». Να μη τα πολυλουγώ «δόμ’του», « ε στου δίνου» , «δόμ’του» « ε στου δίνου»,  πήρει γ(j)    αλιπού του φλουρί τσί τσίνσει να πα τα προυξινιά. Πέρασι βνά τσί θάλασσις, πουρπάτξι μέρις τσί νύχτις, πήγει σ’ ένα βασλέ που είχι μια κόρ(j). «Βασιλιά μ’ σ’ φέρνου καλά προυξινιά.  Ένα γαμπρό άλλουν ίδιου έν εχ(j)  στον  κόσμου». Καλουγνώμσι υ βασλές τσι κανουνίσαν μι τν αλιπού να πά του Γιάν(j)    να τουν γνουρίσουν. Έλα που η Γιάν’ς ήνταν άσπρους απ’ τν αχλιά τσι τα ρούχα τ’  ήταν τρυπμένα; Τίλιγια να τουν πα στου παλάτ; Τουν ξιβράκουσι, τουν ίβαλι μες ένα πουταμό τσι τ’ είπι: « Έδιου θα μι πιριμένς να έρτου να συ πάρου».
 Ύστιρα έδισει ένα κλαδί σ’ν ουρά τς τσι πλάλει μες του χουματόδρουμου. Σκόστσει η σκούν(j)    ένα μπόγ(j). Βλέπαν υ βασλές, μι τ’ γναίκα, του δρόμου, βλέπαν τ’  σκούν(j) ,  λέγαν αναμιταξύ τουν: « Γιαδέ σκούν(j) !   Τ’  Γιάν(j)    οι γ(j)    άμαξις μι τα καλά ιρχόντι». Πα γ(j)    αλιπού στο βασλέ, έκανι κουμάτ’ τσί τ’ δαρμέν(j),    αρχίνσει τα κλιάματα: «Αχ,  βασλέ μου πουλιχρουνιμένι στού θρουνί ακουμπισμένι, κακό που πάθαμι! Ιρχόμασταν μι σαράντα άμαξις τσι δώρα φουρτουμένις, αλλά κλέφτις μας σταματήξαν τσι μας τα πήραν ούλα! Ε μας έφτανι, πιτάξαν τσί του Γιάν(j)    μες ένα πουταμό , τσι τί θα κάνουμι τώρα;». «Μουρ(j)    αλιπού!»  λε υ βασιλιάς. «Ε, να βασλέ μ’ ! Θα ιτιμάγς τ’ πιο καλή άμαξα γιατί έδγιτς είνι μαθμένους υ γαμπρός,  τσι μια φουρισιά τ’  πιο καλή γιατί μο καλές φουρεί,  τσι θα πάμι να τουν πάρουμ».
 Πήγαν του λοιπόν τσι τούν φέραν μες τα καλά τ’ ατλάζια. Η Γιάν’ς εν ήξηρη τί να κάν’ απ’ χαρά τ’ πια, τσι λε σν αλιπού: «Όσου ζεις θα σ έχου κουρόνα στου τσιφάλιμ, τσι σα πιθάνς βασιλικά θα σι θάψου». Γ(j)   αλιπού, πουνηρή, ε τούν πίστιψει και σα πιράσαν καμπόσις μέρις έκανι τ’ν απιθαμέν(j)    για να δει άμα θα κάν(j)    υ Γιάν’ς αυτό που τ’ν έταξει. Πάν’ οι παρακόρις λεν «Γιάν(j)    γ(j)   αλιπού ψόφσι». « Ε, τί θέλιτι;  Αρπάξτι την απ’ του κανί τσι πιτάξτη την σ’ ένα χαντάτς». Σκώνιτι γ(j)    αλιπού απάνου.  Τά χάσει υ Γιαν’ς κόπτσι η μλιάτ’ Άπειτα αρχίνσι τα παρακάλια: «Αλιπδούλαμ», «Αλιπδούλαμ». Τούν σμπάθσει γ(j)    αλιπού τς ύστιρα πια σα πέθανι στ’ αλήθεια παίζαν τα ντούμπανα, τα όργαλα, τρεις μέρις τσι τρεις νύχτις. Τσί υ Γιάν’ς έκλιγι απ’ του καμό τ’.

άγνωστες λέξεις: κάλπς= τεμπέλης, αχλιά=στάχτη, τσλιά =κοιλιά πατσάς, τσιντίξ>τσιντώ=κεντώ,
ακράτ>ακράτους=καθαρός, πλιβρίσαν>πλιβρίζου=πλησιάζω,
.απόκαρει>απόκαρα=ταλαιπωρήθηκα
τζιώστσι>τζιώνουμι=πλησιάζω με πονηρό σκοπό,γίνομαι φορτικός