Ο ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττική)

Ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττικής).......................... Ο Παπάδος ο Πλακάδος ο Παλαιόκηπος ο Σκόπελος και ο Μεσαγρός εξουσία και κλήρος της γενιάς μας...........και φυσικά το λατρεμένο Πέραμα

Σάββατο 1 Ιουνίου 2013

Ὁ Καπετὰν Γρίτσας


ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ ἤτανε τὸ παράνομά του, Νικόλας τὸ βαφτιστικό του. Ἐγὼ τὸν ἔφταξα ἴσαμε ἑβδομήντα χρονῶ.
Ἤτανε κοντός, ξερόσαρκος, γερακομύτης, μὲ βρακιά. Στενὰ δὲν ἔβαλε ἴσαμε ποὺ πέθανε, γιατὶ τό ῾χε σὲ ντροπὴ νὰ βάλει φράγκικα, νὰ φαίνουνται τὰ πισινά του. Παπούτσια ἔβαζε ὅ,ποτε πάγωνε ἡ θάλασσα στὰ μέρη τῆς Βλαχιᾶς ποὺ ταξίδευγε.
Καπετάνεψε ἀπὸ πολὺ νιός. Στὰ 1865 εἶχε μία μπομπάρδα καὶ ταξίδευγε στὴν Πόλη, στὸ Γαλάζι καὶ σ᾿ ἄλλα μέρη στὴ Μαύρη Θάλασσα. Πενήντα χρονῶ μέρες δούλευε στὴ θάλασσα καὶ δὲν ἔπαθε ποτές, μπορεῖ νὰ κιντύνεψε, μὰ μήτε ζημιὲς μεγάλες ἔπαθε, μήτε σιβιρτάρισε, μήτε ἀρρώστησε, μήτε πράμα ἔριξε ποτὲς στὴ θάλασσα, τόσο τυχερὸς ἄνθρωπος ἤτανε. Εἶχε ἕναν γέρο γεμιτζῆ μαζί του ἴσαμε τριάντα χρόνια, ποὺ τὸν λέγανε Γουρσουζλεμέ, ἐπειδὴς τὴ γουρσουζιὰ τὴν κουβάλαγε μαζί του ὅπως κουβαλᾶ ἡ καμήλα τὴν καμπούρα της. Σ᾿ ὅποιο καΐκι τὸν παίρνανε, κεῖνο τὸ καΐκι γιὰ θὰ βούλιαζε, γιὰ θὰ πέθαινε ὁ καπετάνιος, γιὰ θὰ πάθαινε ἄλλο κατιτίς. Τόσο, ποὺ στὸ τέλος δὲν τὸν ἔπαιρνε κανένας καὶ κατάντησε νὰ ζητιανεύει. Τὸν ἐπῆρε τὸ λοιπὸν ὁ Γρίτσας καὶ τὸν εἶχε τριάντα χρόνια, ἴσαμε ποὺ πέθανε, καὶ δὲ φτάνει ποὺ δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ καΐκι του, μόνε ἀπὸ τότες γύρισε κιόλας ἡ τύχη τοῦ καπετὰν Νικόλα καὶ στὰ καλύτερα, κι ἔπιασε πολὺν παρᾶ στὰ χέρια του καὶ παντρεύτηκε τὴ Ζαχαρὼ καὶ βλογήθηκε τὸ σπίτι π᾿ ἀνοίξανε καὶ φτυχήσανε.
Τὴν ἡσυχία του δὲν τὴν ἔχανε ποτές, δὲν ταραζότανε, δὲ συχυζότανε ποτές. Ὁ κόσμος χάλαγε, φουρτούνα κιγιαμέτι, ὁ καπετὰν Νικόλας ἤτανε ἥσυχος καὶ βλογημένος. Ἢ στὸν καφενὲ καθότανε, ἢ στὴ Μαύρη Θάλασσα χαροπάλευγε, τὸ ἴδιο ἤτανε. Βάλε μία πέτρα μέσα στὸ πάπλωμα κι ὕστερα βάλ᾿ τηνε κατακάβα νὰ τὴ χτυπᾶνε οἱ θάλασσες. Γενάρη μήνα ἀλλάζει ὁλότελα κείνη ἡ πέτρα· ἔτσι ἤτανε κι ὁ καπετὰν Γρίτσας. Ἄλλοι γεμιτζῆδες γκρινιάζανε, αὐτὸς καθότανε σὰν πατριάρχης καὶ βαστοῦσε τὸ διάκι μὲ τό ῾να τὸ χέρι καὶ τὸ κομπολόγι μὲ τ᾿ ἄλλο, δίχως νὰ μιλήσει τίποτα. Μονάχα σὰν τὸν ρωτοῦσε κανένας, ἔλεγε ἀδιάφορα «Καιρὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι, βρέ. Ἀτμόσφαιρα εἶναι, θὰ μπουρινιάσει. Μηδὲ μαχαίρια βαστᾶ, μήτε πιστόλια τραβᾶ».
Καθότανε ἥσυχος, μὰ τὰ μικρὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν τ᾿ ἀητοῦ, καρφωμένα μπροστά του. Τὸ ἕνα τὸ ποδάρι του τό ῾χε διπλωμένο καὶ καθότανε ἀπάνω του, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο πάταγε στὴ σκότα ἢ στὰ σκοινιὰ τῆς ράντας. Ἔλεγε πὼς ὁ γεμιτζῆς πρέπει νά ῾ναι πάντα ξυπόλυτος, χειμώνα καλοκαίρι, γιὰ νὰ μὴ γλυστρᾶνε τὰ παπούτσια του.
Μία χρονιὰ ἔκανε βαροχειμωνιά, καὶ δύο - τρεῖς καπετανοὶ Ἀϊβαλιῶτες, ποὺ βρεθήκανε τὰ ταξιδεύγουνε στὴ Μαύρη Θάλασσα, ὅλοι τους πάθανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἔπαθε τίποτα. Οἱ δύο πνιγήκανε, κι ἕνας ἄλλος βγῆκε μισοπεθαμένος στὰ καβάκια ἀπάνου σὲ μία σανίδα κι ἦρτε στὸ Ἀϊβαλὶ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ μὲ κομμένα καὶ τὰ δύο τὰ ποδάρια του.
Σὲ καιρὸ ποὺ καζάντησε παράδες καὶ παντρεύτηκε, φόρεσε σαλβάρια ραμμένα στὸν πιὸ καλὸν τὸν ῥωμηοράφτη, κι ἔβαλε καὶ τσουράπια μὲ τάκο, καὶ παπούτσια καλά, τὰ λεγόμενα πάπιες. Πῆρε στὸ σπίτι του κι ἕναν μάστορα Μυτιληνιὸ καὶ τοὔκανε ἀνάλια σ᾿ οὕλο τὸ κορμί του, δηλαδὴ πλουμίδια κεντημένα ἀπάνου στὸ πετσί του. Τὸν πλέρωνε τρία μετζίτια τὴ βδομάδα, τὸν τάγιζε καλά, τὸν πότιζε. Ἀπάνου στ᾿ ἀστήθια του παράστησε τὴν Ἁγιὰ Σοφιά,
μὲ δεκοχτὼ καμπαναριὰ
κι ἐξηνταδυὸ καμπάνες.
Κάθε καμπάνα καὶ παπάς,
κάθε παπὰς καὶ διάκος.
Ἀπὸ τὸ δεξὶ μέρος παρουσίασε τὸν Ἅγιο Νικόλα, κι ἀπὸ τὸ ζερβὶ τὸν Ἅγι᾿ Ἀντώνη. Αὐτὰ μοῦ τἄδειχνε ὁ ἴδιος. Ὕστερα ἀνεσκούμπωνε τὰ μανίκια του καὶ μοὔδειχνε τὰ χέρια του. «Ἀπὸ δῶ, στὸ δεξὶ τὸ χέρι, γλέπεις, Φωτάκη, τοῦτο τὸ σκέδιο; Εἶναι ὁ Ἔρωντας μὲ τὴ σαγίτα, καὶ σαγιτεύγει (ἄφηνε τὸ δεξὶ καὶ ξεγύμνωνε τ᾿ ἀριστερὸ καὶ μούδειχνε τ᾿ ἄλλο τὸ σκέδιο) τὴ Ζαχαρώ, π᾿ ἀγαπιόμαστε ἀπὸ τότες ποὺ πάγαινε σκολεῖο». Ἀπὸ τὸ γῆρας, τὰ χέρια του εἴχανε γίνει σὰ ρίζες στριφτές, οἱ φλέβες παραμορφώσανε τὰ σκέδια κι ὁ Ἔρωντας εἶχε γίνει σὰ διάβολος, ἡ δὲ Ζαχαρὼ μὲ τὰ ξέμπλεκα τὰ μαλλιά, ἤτανε σὰν ἀνθρωποφάγος. Ὁ Μυτιληνιὸς ὁ ἀναλιτζῆς τὸν τυράγνησε ἴσαμε τρεῖς βδομάδες, κι ὁ Γρίτσας μούγκριζε σὰ θεριό. Ἄναβε μπαρούτι καὶ λιβάνι κάτου ἀπὅναν κεσὲ κι ἔπαιρνε τὴν κάπνα καὶ κεντοῦσε τὰ σκέδια μὲ τὴ βελόνα, κι ὁ Γρίτσας δάγκανε τὸ ζουνάρι του ἀπ᾿ τὸν πόνο.
Μ᾿ ὅλο ποὺ γεννήθηκε σκληρὸς ἄνθρωπος, πάντα του ἤτανε γλυκομίλητος καὶ χωρατατζῆς. Βιβλίο νὰ ῾χες, νὰ γράφεις τὰ λόγια του, τέτοιο χάρισμα εἶχε ἀπὸ Θεοῦ αὐτὸς ὁ ἀπελέκητος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν τό ῾χουνε μήτε δασκάλοι, μήτε γιατροί, μήτε λογῆς-λογῆς σπουδαγμένοι. Πίκρα δὲν τὸν ἄγγιξε, ἐξὸν ἂν εἶναι πίκρα ἕνα παράπονο ὁπού ῾χε, πὼς δὲν ἔκανε ἀρσενικὰ παιδιά, μόνο ἔκανε οὕλο κορίτσια. Κι ἐπειδὴς ἤθελε νἄχει στὸ καΐκι του ἕναν δικό του ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀφήνει στὸ ποδάρι του, πῆρε τὴ μεγάλη τὴν κόρη του, τὴ Ρήνη. Ἡ Ρήνη λοιπόν, ἴσαμε νὰ γίνει δεκαοχτὼ χρονῶ, ἤτανε ντυμένη μὲ βρακιά, καὶ δούλευε σὰ νά ῾τανε γεμιτζῆς ἀσερνικός. Ἀνέβαινε στὰ ξάρτια, στιγκάριζε τὰ πανιὰ καβαλλικεμένη στὶς ἀντένες, κυβερνοῦσε τὸ καράβι, μ᾿ ἕναν λόγο δὲν ξεχώριζε ἀπὸ ἄντρας.
Μία μέρα, γυριζάμενος ἀπ᾿ τὴ Βλαχιά, φουντάρισε στὸ Ταλιάνι, ἴσαμε νὰ γυρίσουνε τὰ ρέματα γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Ὅπου ἀκούγει καὶ τὸν χουγιάζανε ἀπὸ τὴ στεριὰ δύο τρεῖς τοῦρκοι ζαπτιέδες ἀρματωμένοι, καὶ ρίξανε καὶ στὸν ἀγέρα. Ὁ Γρίτσας ἔστειλε τὴ φελούκα, καὶ μπήκανε μέσα οἱ τοῦρκοι, καὶ πήγανε ἀπάνου στὴ μπομπάρδα, κι ἤτανε ματοχωμένοι κι ἀγριεμένοι. Σὰν ἀνεβήκανε ἀπάνου, πετάξανε στὴν κουβέρτα δύο κομμένα κεφάλια. Ὕστερα τοὔπανε νὰ σαλπάρει καὶ νὰ τοὺς πάγει στ᾿ Ἀϊβαλί. Τὰ κεφάλια ἤτανε τ᾿ Ἀλέξη τοῦ Νταλακλῆ καὶ τοῦ Γιάννη τοῦ Κεφάλα, ποὺ τοὺς εἴχανε σκοτώσει πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα στ᾿ Ἁγιοῦ Γιαννιοῦ τὴ Λαγκάδα, κι εἶχε γίνει μεγάλος θρῆνος, σκοτωθήκανε τέσσερις – πέντε τοῦρκοι μαζὶ μὲ τὸν ὄνμπαση. Τὴν ἄλλη μέρα τὰ μπαλσαμώσανε καὶ τὰ κρεμάσανε στὸ Κονάκι.
Στὰ ῾98 ἀγόρασε ἕνα τσερνίκι, πού ῾ναι καΐκι φαρδομάγουλο μὲ πανὶ σακολεβίσο καὶ μὲ γάμπια στ᾿ ἄλμπουρο. Τότες ἤτανε πενηνταέξη χρονῶ. Ταξίδευγε στὴν Πόλη, φορτωμένος λάδια καὶ σαπούνια. Κάμποσα χρόνια δούλεψε μὲ τὸ Στέλιο τὸν Καρνιαγοῦρο, ποὺ ἤτανε καὶ κεῖνος γεμιτζῆς καὶ ταξιδεύγανε μαζὶ στὴ Μπραΐλα. Ὕστερα πλούτισε κι ἄνοιξε μαγαζὶ στὴν Πόλη, κι ἔγινε λαδέμπορας. Τότες ποὺ ἤτανε ἀκόμα καπετάνιος, εἶχε συνήθειο νὰ φουμάρει ἀργκιλὲ κι ἀπάνου στὸ καΐκι. Μὲ τὅνα χέρι βαστοῦσε τὸ διάκι, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο τὸ μαρκούτσι, ἂς ἔκανε καὶ θάλασσα. Μορφάνθρωπος, μεγαλάνθρωπος, εἶχε βάλει καὶ φράγκικα ἅμα παράτησε τὴ θάλασσα. Οἱ τοῦρκοι τὸν βαστούσανε σὲ μεγάλη ὑπόληψη.
Μία μέρα, ὁ Γρίτσας ἤτανε στὸ Χαβιαρόχανο τῆς Πόλης, μαζὶ μὲ τὸν Καρνιαγοῦρο καὶ μ᾿ ἕναν τοῦρκο Βασὶφ ἐφέντη, ποὺ τὸν λέγανε Λουκμᾶ, καὶ πίνανε καφέ. Ὅπου ἄξαφνα ὁ Καρνιαγοῦρος γίνηκε ἀλλοσούσουμος, ἔγειρε, ἔγειρε, κι ἔπεσε χάμω μὲ τὴν καρέκλα. Ἴσαμε νὰ τὸν σηκώσουνε, ἤτανε πεθαμένος, νταμλᾶς τὸν χτύπησε.
Ὕστερα ἀπό ῾να δύο χρόνια ἔπιασε ἄλλη γραμμὴ καὶ ταξίδευγε στὴ Σμύρνη. Τὸ τσερνίκι τὸ ῾κανε πένα, πού ῾ναι ἀρματωσιὰ πιὸ βολικὴ στὸ κουμαντάρισμα, μ᾿ ἕνα ἴσιο ἄλμπουρο. Αὐτὸ τὸ καΐκι τὸ δούλεψε ἴσαμε ποὺ γεράσανε μαζὶ κι οἱ δύο τους.
Στὰ τελευταῖα, ἀγόρασε ἕνα πέραμα καὶ δούλευε μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Δύο τρεῖς φορὲς μονάχα πῆγε ἴσαμε τὴ Μυτιλήνη. Στὴν ἀρχὴ εἶχε μαζί του ἕναν ἄλλο γέρο, ὕστερα δούλευε μοναχός του. Ἡ Ρήνη εἶχε γίνει μοδίστρα.
Εἶπε πιὰ νὰ γεροκομηθεῖ στὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸ Μοναστήρι. Κουβαλοῦσε τοὺς προσκυνητές, τὶς κουμπάνιες, τὸ γάλα π᾿ ἀρμέγανε ἀπὸ τὰ πρόβατα, καὶ τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Τὰ κότσια του βαστούσανε καλά, τὸ φῶς του δὲν κόντηνε, τὰ δόντια του ἤτανε στὸν τόπο τους. Σὰν ἔκοβε καμμιὰ φορὰ τὸ χέρι του ἢ τὸ ποδάρι του μὲ τὸ σκεπάρνι, τὸ βούταγε στὴ θάλασσα, τὄδενε μ᾿ ἕνα λουρίδι καὶ σὲ δύο μέρες ἔραβε ἡ πληγή.
Τὸ καλοκαίρι ἔπαιρνε μαζί του στὸ πέραμα καὶ τὴ Ζαχαρώ. Μαγειρεύγανε μέσα στὸ καΐκι, ἢ στὴν ἀκρογιαλιά. Σὰν ἤτανε μπουνάτσα κι ἔκανε ζέστη, ἔβλεπες τὸν Γρίτσα νὰ τραβᾶ κουπὶ μὲ τὸ σώβρακο, ἀγάλια κι ἥσυχα, καὶ νὰ καπνίζει ἡ φουφοὺ π᾿ ἄναβε κοντὰ στὴν πρύμνη. Τῆς Ζαχαρῶς φαινότανε μονάχα τ᾿ ἀράπικο τὸ κεφάλι, γιατὶ καθότανε χαμηλὰ στ᾿ ἀμπάρι καὶ μαγείρευε, μὲ μία τέντα ἀποπάνω τους, κι ἔλεγες πὼς βλέπεις ἀπὸ μακρυὰ κανένα ἀπὸ κεῖνα τὰ μονόξυλα ποὺ διαβάζεις στὸ βιβλίο τοῦ Ρομπινσῶνα.
Τὰ χρόνια ἀλλάξανε, οἱ ἀνθρῶποι πονηρέψανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἄλλαξε ὁλότελα. Ἀπόμεινε ἁπλὸς καὶ μονοκόμματος σὰν ποὺ ἤτανε πρωτύτερα. Πολλὲς φορὲς ποὺ ταξιδεύαμε μαζί, τὸν ἔπαιρνε ὁ νύπνος καὶ καθόμουνε ἐγὼ στὸ τιμόνι, καὶ τὸν ξύπναγα ὅποτε ἤτανε γιὰ νὰ γυρίσουμε τὰ πανιά, σὰν ἤτανε ὁ καιρὸς ἀπὸ μπροστὰ καὶ βολτατζέρναμε, βοριὰς καργάδος. Ἀλλὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς κουβεντιάζαμε, κεῖ ποὺ σκαμπανέβαζε τὸ πέραμα καὶ μᾶς ραντίζανε οἱ θάλασσες ποὺ χτυπούσανε στὴ μάσκα καὶ μοσκοβολούσανε.
Πρὶν λίγο καιρὸ εἶχε γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ τ᾿ ἀνήψι του ὁ Θρασύβουλας, μὲ φράγκικα ροῦχα καὶ μὲ πολλὰ λεφτά, ποὺ τά ῾χε κάνει στὸ Μοῦδρο στὰ χρόνια του πολέμου. Ἀγόραζε τὰ τομάρια ἀπὸ τὰ βόδια ποὺ σφάζανε οἱ Ἐγγλέζοι. «Ἤφερε πολλὰ πράματα, ἤφερε κι ἕναν καφενὲ ξυλένιον, βιδωτό, κι ἔχει μέσα τ᾿ πουλιοῦ τὸ γάλα. Ἔχει καφέ. Σὰ δὲ θέλεις καφέ, ἔχει λουκούμι. Σὰ δὲ θέλεις λουκούμι, ἔχει πιοτό. Σὰ δὲ θέλεις πιοτό, ἔχει καὶ κομπόστα, μὲ τὸ κουτάλι».
Μία βραδιὰ τοῦ καλοκαιροῦ καθόμαστε καὶ κουβεντιάζαμε ἴσαμε τὰ μεσάνυχτα, καὶ λόγο μὲ τὸ λόγο ἦρτε ἡ κουβέντα γιὰ τὸ Ματσούκα, ποὺ πῆγε στὴν Ἀμερικὴ καὶ μάζεψε λεφτὰ κι ἔκανε ἕνα πολεμικὸ καράβι. Ὁ μπάρμπα Νικόλας θάμαξε «Μπρέ!… τέτοιος ἄνθρωπος ξακουσμένος καὶ νὰ μὴν τὸν ξέρουμε. Θὰ τὸν ξέρει ὁ Θρασύβουλας κι ἡ δημογεροντία ποὺ πᾶνε στὸν ξυλένιον τὸν καφενέ». Τὴν ἄλλη μέρα πῆγε στ᾿ Ἀϊβαλί, κι ὕστερα ἀπὸ δύο μέρες, σὰ γύρισε στὴν Ἁγία Παρασκευή, μοῦ λέγει: «Ψὲς γίνηκε κουβέντα στὸν καφενὲ γι᾿ αὐτὸν τὸ Ράβδα, καὶ δὲν τὸν ἤξερε κανένας».
Κουβέντιαζε μὲ δικό του τρόπο, τὰ λόγια του ἤτανε σὰν πετράδια.
«Μία φορὰ ἦταν ἕνας βασιλές, κι ἔβγαλε ντελάλη κι εἶπε «Ὅγοιος (ὅποιος) ποιγητὴς κάνει τὸ γιὸ (πιὸ) καλὸ ποίγημα, θὰ πάρ᾿ ἀπὸ τὰ χέρια τ᾿ βασιλὲ τοῦτο τὸ μαλαματένιο τ᾿ ἀραμπαδάκι». Πῆγε ἕνας ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε ἄλλος ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε κι ἕνας ἄλλος ποιγητὴς κι εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿:
«Ἂν κάν᾿ ὁ Μάρτης δύο νερὰ
κι Ἀπρίλης ἄλλο ἕνα,
χαρὰ σὲ κεῖνον τὸ ζευγᾶ,
πό ῾χει στὴ γῆς σπαρμένα».
Τότες λέγεις ὁ βασιλὲς «Πάρτο, πάρτο, δικό σ᾿ εἶναι τ᾿ ἀραμπαδάκι».
Πέθανε ἴσαμε ὀγδονταπέντε χρονῶ, στὸν κόρφο τῆς Γέρας. Καὶ δὲν πέθανε μέσα σὲ σπίτι, μόνο μέσα στὸ πέραμα, πρόσφυγας, γυμνὸς κι ἀραγανός

Πέμπτη 30 Μαΐου 2013

Σεισμός στη Γέρα


Αισθητή έγινε, πριν από δύο λεπτά,
 σεισμική δόνηση, στον Παπάδο.

Ήταν μικρής διάρκειας.

Πηγή:http://piasariko.com/pageragotikos/viewtopic.php?f=6&t=4303

ΝΕΩΤΕΡΑ

O σεισμός έγινε στις 21:34,    23 χιλιόμετρα Νοτιοδυτικά της Μυτιλήνης , μεγέθους 3,8 ρίχτερ και εστιακού βάθους 10 χιλιομέτρων

Τετάρτη 29 Μαΐου 2013

Ξενάγηση στη Ρωμαϊκή Αγορά

Ο ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΑΘΗΝΩΝ
Διοργανώνει ξεναγούμενη επίσκεψη στη Ρωμαϊκή  Αγορά, 
την Κυριακή 2 Ιουνίου 2013. 
Τόπος συνάντησης :  Η είσοδος του Ηλεκτρικού  Σταθμού στο ΜΟΝΑΣΤΗΡΑΚΙ.
Ώρα Συνάντησης : 10:30 π.μ. 

Δευτέρα 27 Μαΐου 2013

ΕΘΕΛΟΝΤΙΚΗ ΑΙΜΟΔΟΣΙΑ

Ο "ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ" Πολιτιστικός Σύλλογος Γέρας, οργανώνει Εθελοντική Αιμοδοσία, το Σάββατο 1 Ιουνίου, στην Αίθουσα Πολιτισμού "Οδυσσέας Ελύτης", από τις 9:00'-14:00'.
Ξεκινούμε το καλοκαίρι, με μια μεγάλη προσφορά για τον πάσχοντα συνάνθρωπο.

Πέμπτη 23 Μαΐου 2013

ΕΞΩΦΥΛΛΟ με φωτογραφία του Κόλπου

Το πρώτο  από τα δύο Αφιερώματα των  ΑΙΓΑΙΟΠΕΛΑΓΙΤΙΚΩΝ στο Νομό Λέσβου

ΚΙΝΗΜΑΤοΓΡΑΦΙΚο ΑΦΙΕΡΩΜΑ


ΤΑ ΓΛΙΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΛΙΑΣ





Ο Πολιτιστικός Σύλλογος Παλαιοκήπου «Οι Ρίζες μας», σας προσκαλεί να εορτάσουμε μαζί για 3η συνεχόμενη χρονιά, το καθιερωμένο έθιμο «Τα γλιτώματα της ελιάς», την Κυριακή 26 Μαΐου, 2013 και ώρα 6 το απόγευμα, 
το πρόγραμμα θα περιλαμβάνει: Χειροποίητους λουκουμάδες, καθώς & εδέσματα της ελιάς, κρασί & φυσικά το άφθονη μουσική με το χορευτικό σχήμα του χωριού.
Το σύνολο των εκδηλώσεων θα πραγματοποιηθεί στον υπαίθριο χώρο (πάρκο) απέναντι από το Δημοτικό σχολείο Παλαιοκήπου, στην είσοδο του χωριού.
ΕΙΣΟΔΟΣ ΕΛΕΥΘΕΡΗ. 
Κρατήστε την παράδοση της εκδήλωσης, στο πέρασμα του χρόνου, με την παρουσία σας!

Το μπακάλικο του Στέλιου Μάμαλη

Το μπακάλικο του Στέλιου Μάμαλη στο Σκόπελο της Γέρας , το 1980. Παλιότερα , το μπακάλικο αυτό ήταν του «Λουκουμτζή». 
Αρχικά , ο Στέλιος Μάμαλης , είχε μπακάλικο στο Πέραμα , την εποχή της ακμής .
Aνάρτηση  Σ.Κ. στο ΦΑΤΣΟΤΕΦΤΕΡΟ

Δευτέρα 20 Μαΐου 2013

BHMA φ.48

Κυκλοφόρησε το φ.48 του ΒΗΜΑΤΟΣ .
 Για ανάγνωση κλικ στην εικόνα



Παρασκευή 17 Μαΐου 2013

Από την Άγκυρα στον Σκόπελο.

Το καράβι της ζωής του βρήκε  σκόπελο. Η νύφη δεν του άρεσε.΄
 Ο γάμος  δεν του ταίριαζε. Σήκωσε λοιπόν άγκυρα.
Μια  μέρα φόρεσε το καπέλο του, άφησε την Άγκυρα της Μικράς Ασίας κι  έτρεξε να βρει καταφύγιο στον Σκόπελο της Λέσβου.
                                                                                    Σ.Γ.





Από αγωγή διαζυγίου το 1905
  Ο δε Ευστράτιος Γ. ........ ,  ετών 25, άγαμος, παντοπώλης <καταθέτει>
  "Ο εναγόμενος   προ 8-9 ήδη ετών   απήλθεν εξ Αγκύρας   ένθα είχε νυμφευθεί μετά της εναγούσης και έκτοτε διαμένει διαρκώς εν Σκοπέλω. Καθ' όλον το διάστημα τούτο ο εναγόμενος ως λέγουσιν ουδόλως εφρόντισε περί της συζύγου του μετά της οποίας έχει διακεκομμένην πάσαν σχέσιν. Αύτη προ δύο περίπου μηνών ήλθεν εις Σκόπελον, ο εναγόμενος όμως σύζυγός της δεν εδέχθη αυτήν, αγνοεί δε ο μάρτυς πόσον χρόνον και πού διέμενεν αύτη εν Σκοπέλω".
Επί τη βάση των μαρτύρων τούτων ο πληρεξούσιος της εναγούσης εξαιτείται την παραδοχήν της αγωγής της εντολίδος του.
Ο εναγόμενος ουδέν αντιτάσσει.
                  Ούτω εκηρύχθη το πέρας της δίκης.                                 

                                                                                                   Πηγή :ΓΕΝΙΚΑ ΑΡΧΕΙΑ του ΚΡΑΤΟΥΣ 

Πέμπτη 16 Μαΐου 2013

Μεσαγρός - Με το ζόρι παντρειά.


Από τα Γενικά Αρχεία του Κράτους   η παρακάτω ιστορία. Eποχή Τουρκοκρατίας, οι  ζαπτιέδες πηγαίνουν στην εκκλησία του Μεσαγρού να παντρέψουν  με το ζόρι τον Χριστόδουλο…..
  Αξίζει  να διαβάσουμε τα παρακάτω αποσπάσματα από τις καταθέσεις που έδωσαν δύο μάρτυρες του συμβάντος
Η συνέχεια    θα παρουσιασθεί  σε επόμενη ανάρτηση.

Στρατῆς Γιαννῖκος






Ο δε Ευστράτιος Παν. Τ……. γεωργός, υπήκοος Οθωμανός, κάτοικος Μεσαγρού, ετών 22 άγαμος, άσχετος συγγενείας με τους διάδικους <δήλωσε> ότι
Προ έτους και πλέον ενώ Ο Χριστόδουλος  …. εκάθητο  εις το καφενείον επήγαν εκεί τέσσερες χωροφύλακες και ο Τσαούσης του χωρίου, συνοδευόμενος και υπό του παπά Σωτηρίου ως προσεκάλεσαν αυτόν (Χριστόδουλον …) να εξέλθη, επειδή όμως ούτος δεν υπήκουσεν ο Τσαούσης τον έσυρεν. Επειδή όμως και πάλιν δεν εσηκόνετο οι χωροφύλακες τον εκτύπησαν δυο τρεις φοράς με τους κοπάνους των όπλων τους. Ούτω λοιπόν εν συνοδεία  μετέφερον αυτόν εις την εκκλησίαν του χωρίου των, ένθα τον ενύμφευσαν δια της βίας με την Διαμάντην …..  . Ότε ετελείτο το μυστήριον . Ο Χριστόδουλος , επειδή δεν παρεδέχετο  ηθέλησε να καθήση, οι ζαπτιέδες όμως και πάλιν τον εκτύπησαν και ούτω ηναγκάσθη να σταθή , παράνυμφος  δε εχρησίμευσεν ο εκ των χωροφυλάκων Μπ…….. Μετά την τέλεσιν του μυστηρίου οι χωροφύλακες μετέφερον αυτόν εις την οικίαν της νύμφης, εκείνος όμως έφυγεν εκείθεν, και έκτοτε ουδέποτε μετέβη παρ’ αυτή, όπερ καλώς γνωρίζει, διότι έλεγεν μεν ο κόσμος ότι ο Χριστόδουλος πηγαίνει εις την σύζυγόν του, αλλά ότε ελέγετο τούτο ο Χριστόδουλος ηργάζετο μαζύ με αυτόν και μαζύ εκοιμώντο, συνεπώς γνωρίζει κάλλιστα ότι ο Χριστόδουλος δεν επήγαινεν εις την οικίαν της εναγομένης. Ότε απήγαγον τον Χριστόδουλον εκ του καφενείου ήσαν παρόντες πλείστοι όσοι, εν οίς και ο προακουσθείς μάρτυς Μπ…

Ο δε ΔημήτριοςΝ. Φ.. ……. Εργάτης , υπήκοος Οθωμανός, κάτοικος Μεσαγρού, ετών 28 άγαμος, άσχετος συγγενείας  με τους διάδικους <δήλωσε> ότι
………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………………


Τετάρτη 15 Μαΐου 2013

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ ΓΕΡΑ -1980

Αναρτήσεις από το ΦΑΤΣΟΤΕΦΤΕΡΟ του Στρατή Καραγιασσώτη



 
γ Περιοδικό «ΓΕΡΑ» , τεύχος 3 .
Σεπτέμβριος - Δεκέμβριος 1980 .
(Λανθασμένα αναγράφεται , 1981)
Το σκίτσο του εξωφύλλου φιλοτεχνήθηκε

από τον Μάκη Αξιώτη

 

AΠΌ ΤΗ ΔΡΑΣΗ ΤΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ 1980

Το μουσικό συγκρότημα του Παγγεραγωτικού Αθηνών στο ΕΔΕΜ
 του Φαλήρου στις 29 – 11- 1980 . Ο Σύλλογος δεξιώθηκε τις μαθήτριες
του Μεγάλου Παιδαγωγού Μίλτου Κουντουρά ,
 που ήρθαν από Θεσσαλονίκη  μετά την εκδήλωση στον «Παρνασσό».
Το συγκρότημα απαρτίζεται από τους : Στρατή Σκουλό (μπουζούκι),

Αλέκο Μαυραντώνη (κιθάρα) , Θανάση Σαχπάζη (ντραμς) ,
Αλέκο Κουλιουμπή (μπάσο)   
ΑΝΑΡΤΗΣΗ : Σ.Κ.

Πέμπτη 9 Μαΐου 2013

H Γέρα τη νύχτα

Πίνακας του Γιώργου Λολοσίδη
Από εξώφυλλο του περιοδικού ΑΙΟΛΙΔΑ τ.8/2005


 Εξώφυλλο του περιοδικού ΑΙΟΛΙΔΑ τ.8/2005

Τετάρτη 8 Μαΐου 2013