Ο ιστοχώρος του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΣΥΛΛΟΓΟΥ ΜΥΤΙΛΗΝΗΣ (Αττική)
Τρίτη 25 Ιουνίου 2013
Κυριακή 23 Ιουνίου 2013
ΦΙΛΑΝΘΡΩΠΙΚΗ ΕΚΔΗΛΩΣΗ του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ ΓΕΡΑΣ στον ΞΕΝΩΝΑ ΣΚΟΠΕΛΟΥ
Πάλι πρωτιές για τη ΓΕΡΑ
ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ 2013
ΠΡΩΤΟΣ των ΠΡΩΤΩΝ στο νησί ο Σκοπελιανός ΜΑΛΑΠΕΤΣΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του ΓΕΛ Γέρας , Τεχνολογική Κατεύθυνση, με βαθμό πρόσβασης 19,50.
ΠΡΩΤΟΣ των ΠΡΩΤΩΝ στο νησί ο Σκοπελιανός ΜΑΛΑΠΕΤΣΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ του ΓΕΛ Γέρας , Τεχνολογική Κατεύθυνση, με βαθμό πρόσβασης 19,50.
Αξίζει να σημειωθεί ότι στις ΠΑΝΕΛΛΑΔΙΚΕΣ του2013 και ο αδελφός του Παναγιώτη, o Γιάννης Μαλαπέτσης, είχε πρωτεύσει σε όλο το νομό.
Στη Θετική Κατεύθυνση ο ΔΟΥΚΑΣ ΒΛΑΣΙΟΣ του ΓΕΛ Γέρας είχε το δεύτερο καλύτερο βαθμό στη Λέσβο 19,19.
![]() |
| Δημοσίευμα της εφ. ΕΜΠΡΟΣ |
![]() |
| Δημοσίευμα της εφ. ΕΜΠΡΟΣ |
Σάββατο 22 Ιουνίου 2013
Τραγούδια για τη Θάλασσα
Πέμπτη 20 Ιουνίου 2013
Συναυλία από τον Παγγεραγωτικό της Γέρας
Δευτέρα 17 Ιουνίου 2013
1999 - ΕΚΔΗΛΩΣΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ - ΕΚΘΕΣΗ ΓΕΡΑΓΩΤΩΝ ΖΩΓΡΑΦΩΝ
Κυριακή 16 Ιουνίου 2013
ΟΜΙΛΟΣ ΦΙΛΟΜΟΥΣΩΝ ΓΕΡΑΣ
Ένα από τα βιβλία που κοσμούσε τη Βιβλιοθήκη του
ΟΜΙΛΟΥ ΦΙΛΟΜΟΥΣΩΝ ΓΕΡΑΣ.
Στο εσωτερικό τα βιβλία ήταν σφραγισμένα με
τη σφραγίδα του ΟΜΙΛΟΥ.
Στην εισαγωγή του βιβλίου που παρουσιάζουμε υπάρχει με μελάνι η σημείωση : " Δωρείται εις την Βιβλιοθήκην Παπάδου Γέρας".
Στην ίδια σελίδα, και με διαφορετικό μελάνι, υπάρχει η υπογραφή του Μιχάλη Πελεκάνου, ο οποίος ίσως ήταν ο δωρητής.
Ετικέτες
ΟΜΙΛΟΣ ΦΙΛΟΜΟΥΣΩΝ ΓΕΡΑΣ,
Παλιά Γέρα,
Παπάδος
Τρίτη 11 Ιουνίου 2013
ΑΣΤΙΚΗ ΣΧΟΛΗ ΜΕΣΑΓΡΟΥ 1913
6o Γενικό Λύκειο Αχαρνών - Καλλιτέχνες της Λέσβου
Ο ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ ΑΧΑΡΝΩΝ παρουσιάζει μία εξαιρετική δουλειά του 6ου Γενικού Λυκείου Αχαρνών. Μια εργασία των μαθητών του σχολείου, στο οποίο καθηγητής είναι ο συμπατριώτης μας Λεωνίδα Κωνσταντινίδης.
Οι μαθητές, μάς παρουσιάζουν Καλλιτέχνες της Λέσβου (ποιητές, δοκιμιογράφους, ζωγράφους , μουσικούς).
ΚΛικ στην εικόνα
Οι μαθητές, μάς παρουσιάζουν Καλλιτέχνες της Λέσβου (ποιητές, δοκιμιογράφους, ζωγράφους , μουσικούς).
ΚΛικ στην εικόνα
Σάββατο 8 Ιουνίου 2013
ΤΟ ΣΠΗΛΑΙΟ ΤΟΥ ΟΡΟΥΣ
Παρασκευή 7 Ιουνίου 2013
ΧΤΙΣΤΕ ΓΕΦΥΡΕΣ
Όποιος απαξιώνει τον τόπο του, απαξιώνει το είναι του.
![]() |
| ΠΡΙΝ.... ΤΟ ΜΕΤΑ στο τέλος του κειμένου. |
![]() |
| ΠΡΙΝ.... ΤΟ ΜΕΤΑ στο τέλος του κειμένου |
Στις αρχές του Ιούνη όταν συνεδρίασε
η Συντακτική Επιτροπή της εφημερίδας, ένιωθα κουρασμένος απ' τη
δουλειά, προσωπικά απογοητευμένος από την κατάσταση στη χώρα μου κι
άρχισαν περίεργες σκέψεις να με βασανίζουν " τι κάνουμε τώρα",
"γιατί γράφουμε" , "για ποιον γράφουμε", "τι σκοπό
έχουμε". Σκέφτηκα- να πω την αλήθεια- πολύ άσχημα, έγινα κακός
με πολλούς. Θυμήθηκα τον χωριανό μου που δουλεύει για την "ΠΑΡΤΗ"
του, που μηδενίζει τους άλλους για να αναδείξει τον εαυτό του, εκείνον
που αδιαφορεί (να μια άλλη ερμηνεία που πρέπει να δώσουμε στον αδιαφόρετο), σκέφτηκα
το οξύθυμον του χαρακτήρος μας….
Η πολλή η σκέψη τρώει τον σκεπτόμενο. Τον εαυτό μου δεν λογάριασα.
Ωρέ, μήπως κι εγώ δεν είμαι ένας από αυτούς; Μήπως πρέπει να κοιταχτώ στον
καθρέφτη; Μήπως πριν κατηγορήσω τους άλλους πρέπει να κοιτάξω τον εαυτό μου;
Ήταν τότε που άνοιξα τα ηλεμηνύματα του Συλλόγου. Κι είδα τη
συνεργασία του κυρ Δημητρού του Κεφαλίδη και τα ποιήματα με το
ψευδώνυμο του αειθαλλούς υπερήλικα. Χτυπά το τηλέφωνο. Ήταν ο Άρης ο
Καλάργαλης. "Άργησα , μού λέει, μα βρήκα για την εφημερίδα παλιές
δημοσιεύσεις για τα σνουπαρτά της Γέρας σας τις έστειλα". Σαν άνοιξα ηλεμήνυμα,
βλέπω μια δημοσίευση που "ψάρεψε" ο Άρης από την εφημερίδα
"ΛΑΪΚΟΣ ΑΓΩΝ", ένα κείμενο του 1912 για τα σνουπαρτά της Γέρας.
Θυμήθηκα τότε το αρχείο του "ΣΚΟΠΕΛΟΥ ΓΕΡΑΣ" (από το ΦΑΤΣΟΤΕΦΤΕΡΟ)
που αναφερόταν στα παλιά σνουπαρτά. Θυμήθηκα ένα υπέροχο Πρακτικό
της Γεωργικής Επιτροπής Γέρας του 1920 για την "προ αιώνος
συνήθειαν", το "συνεπαίρνειν". Θυμήθηκα τα σκίτσα του Μάκη για
τα σνουπαρτά.
Συνήλθα κι είπα πως υπάρχει λύση, υπάρχει διέξοδος: Όλοι
μας έχουμε κάτι με τον άλλον, μα δεν έχουμε ΚΑΤΙ ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΛΛΟΝ. Ας
διώξουμε λοιπόν τους εγωισμούς κι ας συστρατευθούμε.
Ο
ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ έδειξε αντοχή και θα δείξει αντοχή. Το κυριότερο μέσο έκφρασης
του - και όχι μόνο - η εφημερίδα "Η ΓΕΡΑ" δεν θα πάψει να
υπάρχει. Θα συνεχίσει το έργο της που είναι η ανάδειξη της ΙΣΤΟΡΙΑΣ
και των ΠΑΡΑΔΟΣΕΩΝ του τόπου μας. Θα συνεχίζει να υποστηρίζει τις φωνές των
Γεραγωτών. Κι αν κάπου γίνονται λάθη, τα λάθη σε πνεύμα αδελφοσύνης, αλληλοϋποστήριξης
και κατανόησης θα αντιμετωπίζονται.
Ο ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ ΕΙΝΑΙ ΥΠΕΡΑΝΩ ΠΡΟΣΩΠΩΝ.
Ο ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΣ ΣΥΝΕΧΕΙ. ΧΤΙΖΕΙ ΓΕΦΥΡΕΣ ΚΑΙ ΔΕΝ ΓΚΡΕΜΙΖΕΙ.
Ως
υστερόγραφο δημοσιεύουμε τις φωτογραφίες από την αποκατάσταση του
ΥΔΡΟΜΥΛΟΥ στο Μονέρι , στη Ψα. Ένα έργο που έγινε πρόσφατα με πρωτοβουλία
του ΠΑΓΓΕΡΑΓΩΤΙΚΟΥ της Αθήνας, τη στήριξη των
Γεραγωτών και με το συνεχές τρέξιμο του αεικίνητου Γιώργου
Βουνάτσου.
Τετάρτη 5 Ιουνίου 2013
ΑΠΟΛΛΩΝ ΣΚΟΠΕΛΟΥ
Τρίτη 4 Ιουνίου 2013
Κυκλοφορεί το ΒΗΜΑ φ. 49
Κυριακή 2 Ιουνίου 2013
Σάββατο 1 Ιουνίου 2013
Ὁ Καπετὰν Γρίτσας
ΚΟΝΤΟΓΙΩΡΓΗΣ ἤτανε τὸ παράνομά του, Νικόλας τὸ βαφτιστικό του. Ἐγὼ τὸν ἔφταξα ἴσαμε ἑβδομήντα χρονῶ.
Ἤτανε κοντός, ξερόσαρκος, γερακομύτης, μὲ βρακιά. Στενὰ δὲν ἔβαλε ἴσαμε ποὺ πέθανε, γιατὶ τό ῾χε σὲ ντροπὴ νὰ βάλει φράγκικα, νὰ φαίνουνται τὰ πισινά του. Παπούτσια ἔβαζε ὅ,ποτε πάγωνε ἡ θάλασσα στὰ μέρη τῆς Βλαχιᾶς ποὺ ταξίδευγε.
Καπετάνεψε ἀπὸ πολὺ νιός. Στὰ 1865 εἶχε μία μπομπάρδα καὶ ταξίδευγε στὴν Πόλη, στὸ Γαλάζι καὶ σ᾿ ἄλλα μέρη στὴ Μαύρη Θάλασσα. Πενήντα χρονῶ μέρες δούλευε στὴ θάλασσα καὶ δὲν ἔπαθε ποτές, μπορεῖ νὰ κιντύνεψε, μὰ μήτε ζημιὲς μεγάλες ἔπαθε, μήτε σιβιρτάρισε, μήτε ἀρρώστησε, μήτε πράμα ἔριξε ποτὲς στὴ θάλασσα, τόσο τυχερὸς ἄνθρωπος ἤτανε. Εἶχε ἕναν γέρο γεμιτζῆ μαζί του ἴσαμε τριάντα χρόνια, ποὺ τὸν λέγανε Γουρσουζλεμέ, ἐπειδὴς τὴ γουρσουζιὰ τὴν κουβάλαγε μαζί του ὅπως κουβαλᾶ ἡ καμήλα τὴν καμπούρα της. Σ᾿ ὅποιο καΐκι τὸν παίρνανε, κεῖνο τὸ καΐκι γιὰ θὰ βούλιαζε, γιὰ θὰ πέθαινε ὁ καπετάνιος, γιὰ θὰ πάθαινε ἄλλο κατιτίς. Τόσο, ποὺ στὸ τέλος δὲν τὸν ἔπαιρνε κανένας καὶ κατάντησε νὰ ζητιανεύει. Τὸν ἐπῆρε τὸ λοιπὸν ὁ Γρίτσας καὶ τὸν εἶχε τριάντα χρόνια, ἴσαμε ποὺ πέθανε, καὶ δὲ φτάνει ποὺ δὲν ἔπαθε τίποτα τὸ καΐκι του, μόνε ἀπὸ τότες γύρισε κιόλας ἡ τύχη τοῦ καπετὰν Νικόλα καὶ στὰ καλύτερα, κι ἔπιασε πολὺν παρᾶ στὰ χέρια του καὶ παντρεύτηκε τὴ Ζαχαρὼ καὶ βλογήθηκε τὸ σπίτι π᾿ ἀνοίξανε καὶ φτυχήσανε.
Τὴν ἡσυχία του δὲν τὴν ἔχανε ποτές, δὲν ταραζότανε, δὲ συχυζότανε ποτές. Ὁ κόσμος χάλαγε, φουρτούνα κιγιαμέτι, ὁ καπετὰν Νικόλας ἤτανε ἥσυχος καὶ βλογημένος. Ἢ στὸν καφενὲ καθότανε, ἢ στὴ Μαύρη Θάλασσα χαροπάλευγε, τὸ ἴδιο ἤτανε. Βάλε μία πέτρα μέσα στὸ πάπλωμα κι ὕστερα βάλ᾿ τηνε κατακάβα νὰ τὴ χτυπᾶνε οἱ θάλασσες. Γενάρη μήνα ἀλλάζει ὁλότελα κείνη ἡ πέτρα· ἔτσι ἤτανε κι ὁ καπετὰν Γρίτσας. Ἄλλοι γεμιτζῆδες γκρινιάζανε, αὐτὸς καθότανε σὰν πατριάρχης καὶ βαστοῦσε τὸ διάκι μὲ τό ῾να τὸ χέρι καὶ τὸ κομπολόγι μὲ τ᾿ ἄλλο, δίχως νὰ μιλήσει τίποτα. Μονάχα σὰν τὸν ρωτοῦσε κανένας, ἔλεγε ἀδιάφορα «Καιρὸς τοῦ Θεοῦ εἶναι, βρέ. Ἀτμόσφαιρα εἶναι, θὰ μπουρινιάσει. Μηδὲ μαχαίρια βαστᾶ, μήτε πιστόλια τραβᾶ».
Καθότανε ἥσυχος, μὰ τὰ μικρὰ τὰ μάτια του ἤτανε σὰν τ᾿ ἀητοῦ, καρφωμένα μπροστά του. Τὸ ἕνα τὸ ποδάρι του τό ῾χε διπλωμένο καὶ καθότανε ἀπάνω του, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο πάταγε στὴ σκότα ἢ στὰ σκοινιὰ τῆς ράντας. Ἔλεγε πὼς ὁ γεμιτζῆς πρέπει νά ῾ναι πάντα ξυπόλυτος, χειμώνα καλοκαίρι, γιὰ νὰ μὴ γλυστρᾶνε τὰ παπούτσια του.
Μία χρονιὰ ἔκανε βαροχειμωνιά, καὶ δύο - τρεῖς καπετανοὶ Ἀϊβαλιῶτες, ποὺ βρεθήκανε τὰ ταξιδεύγουνε στὴ Μαύρη Θάλασσα, ὅλοι τους πάθανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἔπαθε τίποτα. Οἱ δύο πνιγήκανε, κι ἕνας ἄλλος βγῆκε μισοπεθαμένος στὰ καβάκια ἀπάνου σὲ μία σανίδα κι ἦρτε στὸ Ἀϊβαλὶ ὕστερα ἀπὸ καιρὸ μὲ κομμένα καὶ τὰ δύο τὰ ποδάρια του.
Σὲ καιρὸ ποὺ καζάντησε παράδες καὶ παντρεύτηκε, φόρεσε σαλβάρια ραμμένα στὸν πιὸ καλὸν τὸν ῥωμηοράφτη, κι ἔβαλε καὶ τσουράπια μὲ τάκο, καὶ παπούτσια καλά, τὰ λεγόμενα πάπιες. Πῆρε στὸ σπίτι του κι ἕναν μάστορα Μυτιληνιὸ καὶ τοὔκανε ἀνάλια σ᾿ οὕλο τὸ κορμί του, δηλαδὴ πλουμίδια κεντημένα ἀπάνου στὸ πετσί του. Τὸν πλέρωνε τρία μετζίτια τὴ βδομάδα, τὸν τάγιζε καλά, τὸν πότιζε. Ἀπάνου στ᾿ ἀστήθια του παράστησε τὴν Ἁγιὰ Σοφιά,
| μὲ δεκοχτὼ καμπαναριὰ κι ἐξηνταδυὸ καμπάνες. Κάθε καμπάνα καὶ παπάς, κάθε παπὰς καὶ διάκος. |
Ἀπὸ τὸ δεξὶ μέρος παρουσίασε τὸν Ἅγιο Νικόλα, κι ἀπὸ τὸ ζερβὶ τὸν Ἅγι᾿ Ἀντώνη. Αὐτὰ μοῦ τἄδειχνε ὁ ἴδιος. Ὕστερα ἀνεσκούμπωνε τὰ μανίκια του καὶ μοὔδειχνε τὰ χέρια του. «Ἀπὸ δῶ, στὸ δεξὶ τὸ χέρι, γλέπεις, Φωτάκη, τοῦτο τὸ σκέδιο; Εἶναι ὁ Ἔρωντας μὲ τὴ σαγίτα, καὶ σαγιτεύγει (ἄφηνε τὸ δεξὶ καὶ ξεγύμνωνε τ᾿ ἀριστερὸ καὶ μούδειχνε τ᾿ ἄλλο τὸ σκέδιο) τὴ Ζαχαρώ, π᾿ ἀγαπιόμαστε ἀπὸ τότες ποὺ πάγαινε σκολεῖο». Ἀπὸ τὸ γῆρας, τὰ χέρια του εἴχανε γίνει σὰ ρίζες στριφτές, οἱ φλέβες παραμορφώσανε τὰ σκέδια κι ὁ Ἔρωντας εἶχε γίνει σὰ διάβολος, ἡ δὲ Ζαχαρὼ μὲ τὰ ξέμπλεκα τὰ μαλλιά, ἤτανε σὰν ἀνθρωποφάγος. Ὁ Μυτιληνιὸς ὁ ἀναλιτζῆς τὸν τυράγνησε ἴσαμε τρεῖς βδομάδες, κι ὁ Γρίτσας μούγκριζε σὰ θεριό. Ἄναβε μπαρούτι καὶ λιβάνι κάτου ἀπὅναν κεσὲ κι ἔπαιρνε τὴν κάπνα καὶ κεντοῦσε τὰ σκέδια μὲ τὴ βελόνα, κι ὁ Γρίτσας δάγκανε τὸ ζουνάρι του ἀπ᾿ τὸν πόνο.
Μ᾿ ὅλο ποὺ γεννήθηκε σκληρὸς ἄνθρωπος, πάντα του ἤτανε γλυκομίλητος καὶ χωρατατζῆς. Βιβλίο νὰ ῾χες, νὰ γράφεις τὰ λόγια του, τέτοιο χάρισμα εἶχε ἀπὸ Θεοῦ αὐτὸς ὁ ἀπελέκητος ὁ ἄνθρωπος, ποὺ δὲν τό ῾χουνε μήτε δασκάλοι, μήτε γιατροί, μήτε λογῆς-λογῆς σπουδαγμένοι. Πίκρα δὲν τὸν ἄγγιξε, ἐξὸν ἂν εἶναι πίκρα ἕνα παράπονο ὁπού ῾χε, πὼς δὲν ἔκανε ἀρσενικὰ παιδιά, μόνο ἔκανε οὕλο κορίτσια. Κι ἐπειδὴς ἤθελε νἄχει στὸ καΐκι του ἕναν δικό του ἄνθρωπο νὰ τὸν ἀφήνει στὸ ποδάρι του, πῆρε τὴ μεγάλη τὴν κόρη του, τὴ Ρήνη. Ἡ Ρήνη λοιπόν, ἴσαμε νὰ γίνει δεκαοχτὼ χρονῶ, ἤτανε ντυμένη μὲ βρακιά, καὶ δούλευε σὰ νά ῾τανε γεμιτζῆς ἀσερνικός. Ἀνέβαινε στὰ ξάρτια, στιγκάριζε τὰ πανιὰ καβαλλικεμένη στὶς ἀντένες, κυβερνοῦσε τὸ καράβι, μ᾿ ἕναν λόγο δὲν ξεχώριζε ἀπὸ ἄντρας.
Μία μέρα, γυριζάμενος ἀπ᾿ τὴ Βλαχιά, φουντάρισε στὸ Ταλιάνι, ἴσαμε νὰ γυρίσουνε τὰ ρέματα γιὰ νὰ μπεῖ μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Ὅπου ἀκούγει καὶ τὸν χουγιάζανε ἀπὸ τὴ στεριὰ δύο τρεῖς τοῦρκοι ζαπτιέδες ἀρματωμένοι, καὶ ρίξανε καὶ στὸν ἀγέρα. Ὁ Γρίτσας ἔστειλε τὴ φελούκα, καὶ μπήκανε μέσα οἱ τοῦρκοι, καὶ πήγανε ἀπάνου στὴ μπομπάρδα, κι ἤτανε ματοχωμένοι κι ἀγριεμένοι. Σὰν ἀνεβήκανε ἀπάνου, πετάξανε στὴν κουβέρτα δύο κομμένα κεφάλια. Ὕστερα τοὔπανε νὰ σαλπάρει καὶ νὰ τοὺς πάγει στ᾿ Ἀϊβαλί. Τὰ κεφάλια ἤτανε τ᾿ Ἀλέξη τοῦ Νταλακλῆ καὶ τοῦ Γιάννη τοῦ Κεφάλα, ποὺ τοὺς εἴχανε σκοτώσει πρὶν ἀπὸ λίγη ὥρα στ᾿ Ἁγιοῦ Γιαννιοῦ τὴ Λαγκάδα, κι εἶχε γίνει μεγάλος θρῆνος, σκοτωθήκανε τέσσερις – πέντε τοῦρκοι μαζὶ μὲ τὸν ὄνμπαση. Τὴν ἄλλη μέρα τὰ μπαλσαμώσανε καὶ τὰ κρεμάσανε στὸ Κονάκι.
Στὰ ῾98 ἀγόρασε ἕνα τσερνίκι, πού ῾ναι καΐκι φαρδομάγουλο μὲ πανὶ σακολεβίσο καὶ μὲ γάμπια στ᾿ ἄλμπουρο. Τότες ἤτανε πενηνταέξη χρονῶ. Ταξίδευγε στὴν Πόλη, φορτωμένος λάδια καὶ σαπούνια. Κάμποσα χρόνια δούλεψε μὲ τὸ Στέλιο τὸν Καρνιαγοῦρο, ποὺ ἤτανε καὶ κεῖνος γεμιτζῆς καὶ ταξιδεύγανε μαζὶ στὴ Μπραΐλα. Ὕστερα πλούτισε κι ἄνοιξε μαγαζὶ στὴν Πόλη, κι ἔγινε λαδέμπορας. Τότες ποὺ ἤτανε ἀκόμα καπετάνιος, εἶχε συνήθειο νὰ φουμάρει ἀργκιλὲ κι ἀπάνου στὸ καΐκι. Μὲ τὅνα χέρι βαστοῦσε τὸ διάκι, καὶ μὲ τ᾿ ἄλλο τὸ μαρκούτσι, ἂς ἔκανε καὶ θάλασσα. Μορφάνθρωπος, μεγαλάνθρωπος, εἶχε βάλει καὶ φράγκικα ἅμα παράτησε τὴ θάλασσα. Οἱ τοῦρκοι τὸν βαστούσανε σὲ μεγάλη ὑπόληψη.
Μία μέρα, ὁ Γρίτσας ἤτανε στὸ Χαβιαρόχανο τῆς Πόλης, μαζὶ μὲ τὸν Καρνιαγοῦρο καὶ μ᾿ ἕναν τοῦρκο Βασὶφ ἐφέντη, ποὺ τὸν λέγανε Λουκμᾶ, καὶ πίνανε καφέ. Ὅπου ἄξαφνα ὁ Καρνιαγοῦρος γίνηκε ἀλλοσούσουμος, ἔγειρε, ἔγειρε, κι ἔπεσε χάμω μὲ τὴν καρέκλα. Ἴσαμε νὰ τὸν σηκώσουνε, ἤτανε πεθαμένος, νταμλᾶς τὸν χτύπησε.
Ὕστερα ἀπό ῾να δύο χρόνια ἔπιασε ἄλλη γραμμὴ καὶ ταξίδευγε στὴ Σμύρνη. Τὸ τσερνίκι τὸ ῾κανε πένα, πού ῾ναι ἀρματωσιὰ πιὸ βολικὴ στὸ κουμαντάρισμα, μ᾿ ἕνα ἴσιο ἄλμπουρο. Αὐτὸ τὸ καΐκι τὸ δούλεψε ἴσαμε ποὺ γεράσανε μαζὶ κι οἱ δύο τους.
Στὰ τελευταῖα, ἀγόρασε ἕνα πέραμα καὶ δούλευε μέσα στὸ μπουγάζι τ᾿ Ἀϊβαλιοῦ. Δύο τρεῖς φορὲς μονάχα πῆγε ἴσαμε τὴ Μυτιλήνη. Στὴν ἀρχὴ εἶχε μαζί του ἕναν ἄλλο γέρο, ὕστερα δούλευε μοναχός του. Ἡ Ρήνη εἶχε γίνει μοδίστρα.
Εἶπε πιὰ νὰ γεροκομηθεῖ στὴν Ἁγία Παρασκευή, στὸ Μοναστήρι. Κουβαλοῦσε τοὺς προσκυνητές, τὶς κουμπάνιες, τὸ γάλα π᾿ ἀρμέγανε ἀπὸ τὰ πρόβατα, καὶ τό ῾να καὶ τ᾿ ἄλλο. Τὰ κότσια του βαστούσανε καλά, τὸ φῶς του δὲν κόντηνε, τὰ δόντια του ἤτανε στὸν τόπο τους. Σὰν ἔκοβε καμμιὰ φορὰ τὸ χέρι του ἢ τὸ ποδάρι του μὲ τὸ σκεπάρνι, τὸ βούταγε στὴ θάλασσα, τὄδενε μ᾿ ἕνα λουρίδι καὶ σὲ δύο μέρες ἔραβε ἡ πληγή.
Τὸ καλοκαίρι ἔπαιρνε μαζί του στὸ πέραμα καὶ τὴ Ζαχαρώ. Μαγειρεύγανε μέσα στὸ καΐκι, ἢ στὴν ἀκρογιαλιά. Σὰν ἤτανε μπουνάτσα κι ἔκανε ζέστη, ἔβλεπες τὸν Γρίτσα νὰ τραβᾶ κουπὶ μὲ τὸ σώβρακο, ἀγάλια κι ἥσυχα, καὶ νὰ καπνίζει ἡ φουφοὺ π᾿ ἄναβε κοντὰ στὴν πρύμνη. Τῆς Ζαχαρῶς φαινότανε μονάχα τ᾿ ἀράπικο τὸ κεφάλι, γιατὶ καθότανε χαμηλὰ στ᾿ ἀμπάρι καὶ μαγείρευε, μὲ μία τέντα ἀποπάνω τους, κι ἔλεγες πὼς βλέπεις ἀπὸ μακρυὰ κανένα ἀπὸ κεῖνα τὰ μονόξυλα ποὺ διαβάζεις στὸ βιβλίο τοῦ Ρομπινσῶνα.
Τὰ χρόνια ἀλλάξανε, οἱ ἀνθρῶποι πονηρέψανε, μὰ ὁ Γρίτσας δὲν ἄλλαξε ὁλότελα. Ἀπόμεινε ἁπλὸς καὶ μονοκόμματος σὰν ποὺ ἤτανε πρωτύτερα. Πολλὲς φορὲς ποὺ ταξιδεύαμε μαζί, τὸν ἔπαιρνε ὁ νύπνος καὶ καθόμουνε ἐγὼ στὸ τιμόνι, καὶ τὸν ξύπναγα ὅποτε ἤτανε γιὰ νὰ γυρίσουμε τὰ πανιά, σὰν ἤτανε ὁ καιρὸς ἀπὸ μπροστὰ καὶ βολτατζέρναμε, βοριὰς καργάδος. Ἀλλὰ τὶς πιὸ πολλὲς φορὲς κουβεντιάζαμε, κεῖ ποὺ σκαμπανέβαζε τὸ πέραμα καὶ μᾶς ραντίζανε οἱ θάλασσες ποὺ χτυπούσανε στὴ μάσκα καὶ μοσκοβολούσανε.
Πρὶν λίγο καιρὸ εἶχε γυρίσει στ᾿ Ἀϊβαλὶ τ᾿ ἀνήψι του ὁ Θρασύβουλας, μὲ φράγκικα ροῦχα καὶ μὲ πολλὰ λεφτά, ποὺ τά ῾χε κάνει στὸ Μοῦδρο στὰ χρόνια του πολέμου. Ἀγόραζε τὰ τομάρια ἀπὸ τὰ βόδια ποὺ σφάζανε οἱ Ἐγγλέζοι. «Ἤφερε πολλὰ πράματα, ἤφερε κι ἕναν καφενὲ ξυλένιον, βιδωτό, κι ἔχει μέσα τ᾿ πουλιοῦ τὸ γάλα. Ἔχει καφέ. Σὰ δὲ θέλεις καφέ, ἔχει λουκούμι. Σὰ δὲ θέλεις λουκούμι, ἔχει πιοτό. Σὰ δὲ θέλεις πιοτό, ἔχει καὶ κομπόστα, μὲ τὸ κουτάλι».
Μία βραδιὰ τοῦ καλοκαιροῦ καθόμαστε καὶ κουβεντιάζαμε ἴσαμε τὰ μεσάνυχτα, καὶ λόγο μὲ τὸ λόγο ἦρτε ἡ κουβέντα γιὰ τὸ Ματσούκα, ποὺ πῆγε στὴν Ἀμερικὴ καὶ μάζεψε λεφτὰ κι ἔκανε ἕνα πολεμικὸ καράβι. Ὁ μπάρμπα Νικόλας θάμαξε «Μπρέ!… τέτοιος ἄνθρωπος ξακουσμένος καὶ νὰ μὴν τὸν ξέρουμε. Θὰ τὸν ξέρει ὁ Θρασύβουλας κι ἡ δημογεροντία ποὺ πᾶνε στὸν ξυλένιον τὸν καφενέ». Τὴν ἄλλη μέρα πῆγε στ᾿ Ἀϊβαλί, κι ὕστερα ἀπὸ δύο μέρες, σὰ γύρισε στὴν Ἁγία Παρασκευή, μοῦ λέγει: «Ψὲς γίνηκε κουβέντα στὸν καφενὲ γι᾿ αὐτὸν τὸ Ράβδα, καὶ δὲν τὸν ἤξερε κανένας».
Κουβέντιαζε μὲ δικό του τρόπο, τὰ λόγια του ἤτανε σὰν πετράδια.
«Μία φορὰ ἦταν ἕνας βασιλές, κι ἔβγαλε ντελάλη κι εἶπε «Ὅγοιος (ὅποιος) ποιγητὴς κάνει τὸ γιὸ (πιὸ) καλὸ ποίγημα, θὰ πάρ᾿ ἀπὸ τὰ χέρια τ᾿ βασιλὲ τοῦτο τὸ μαλαματένιο τ᾿ ἀραμπαδάκι». Πῆγε ἕνας ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε ἄλλος ποιγητής, εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿. Δὲν εἶπε τίποτα ὁ βασιλές. Πῆγε κι ἕνας ἄλλος ποιγητὴς κι εἶπε τὸ ποίγημά τ᾿:
| «Ἂν κάν᾿ ὁ Μάρτης δύο νερὰ κι Ἀπρίλης ἄλλο ἕνα, χαρὰ σὲ κεῖνον τὸ ζευγᾶ, πό ῾χει στὴ γῆς σπαρμένα». |
Τότες λέγεις ὁ βασιλὲς «Πάρτο, πάρτο, δικό σ᾿ εἶναι τ᾿ ἀραμπαδάκι».
Πέθανε ἴσαμε ὀγδονταπέντε χρονῶ, στὸν κόρφο τῆς Γέρας. Καὶ δὲν πέθανε μέσα σὲ σπίτι, μόνο μέσα στὸ πέραμα, πρόσφυγας, γυμνὸς κι ἀραγανός
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)







.jpg)



















+001.jpg)
+005.jpg)










